Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Μερσώ· Καλλιθέα του 2015 μ.Χ.



Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ τα τελευταία λόγια του αγαπημένου μου ποιητή
που ξεψύχησε τάχα μου εψές μπρος στο κατώφλι μου
όσο εγώ τον κοιτούσα με τρόμο από το «ματάκι»
κι ένιωθα ότι γίνομαι ένα με την πόρτα από την ακινησία
Σπάω το κεφάλι μου, που λες
κι όλο ξυπνάω με πονοκέφαλο
και μιαν εσωτερική ζαλάδα που φέρνει τα άντερα στο λαρύγγι μου
μια τρικυμία πρωτόγνωρη για το ξέγνοιαστο θυμητικό μου
Θαρρείς και οι εξάρες που έφερα ήταν θάμα κάποιου λησμονημένου θεού
που τώρα ζητάει τα ζάρια του πίσω
Ρίχνω λίγο γαλλικό με άρωμα καραμέλα στο χαλάκι του δωματίου των ξένων
για να εξευμενίσω όλους τους ξένους που αρνήθηκα
στην διάρκεια της καταδικασμένης σε νηφαλιότητα ζωής μου
Όλα τα όντας «σε ανάγκη» μασκαρεμένα Εγώ μου
που σιχτίρισα από φόβο μη πέσω θύμα απάτης και πλαστοπροσωπίας
χειραγωγούμενος από ένα κενό δαιμόνιο στα βάθη της κενής μου ύπαρξης
Εγίνηκα μπόχος τότε και κρύφτηκα στο προσωπικό μου κελί
μη τυχόν και ακουμπήσουν εμένα χέρια βρώμικα και ιδρωμένα
Μέγα πάθος με παρέσυρε και έπεσα σε μέγα λάθος
να πιστέψω ότι εγώ είμαι του σπιτιού κι ότι διαφέρω
Λειψυδρία έπεσε σε μια νύχτα εντός μου σα θανατικό
κι ερήμαξε όσα θαρρούσα πως ήξευρα
γιατί όποιος εσπέρνει φωτιές θερίζει ξηρασίες
Και τότε εγίνηκα ξένος εγώ, ξένος πολύ, πιο ξένος κι απ’ τους ξένους
και ανήμπορος να ρίξω έστω ένα δάκρυ στην κηδεία της μητέρας μου
καταδικάστηκα σε θάνατο από την λογική την κοινή και την κενή
που κινεί τα νήματα της αμφιβόλου ποιότητος πραγματικότητος


Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Μαθήματα φυσικής για ερωτευμένους προλετάριους




όταν λείπεις εσύ
διαβάζω τα ποιήματα σου
και είναι σαν να μην λείπεις
μα λείπεις τόσο συχνά που τα 'χω μάθει απ' έξω

κλειδώθηκα απ' έξω τις προάλλες
πήρα τηλέφωνο την πυροσβεστική
αλλά άργησε τόσο
που έβαλα φωτιά την πόρτα για να μπω
και τελικά η πυροσβεστική ήρθε νωρίτερα
τόσο νωρίτερα που με περίμενε έξω απ’ το σπίτι

τελικά ήταν οι μπάτσοι
ισχυρίζονταν ότι έκλεψα την καρδιά ενός αγοριού
που δεν ξέρω ούτε καν το όνομα του
αλλά εγώ τον ερωτεύτηκα πρώτη

κάπου διάβασα ότι είναι πιο εύκολο για έναν εγκληματία
να πληγώσει κάποιον άγνωστο
εκτός και αν ο εγκληματίας είναι αλλοδαπός ναρκομανής
τότε το να τεμαχίζει δικό του άνθρωπο
φαντάζει καθημερινή ρουτίνα
μεταφυσικής χροιάς
που δεν υπάγεται σε νομοτέλεια κοινωνική

αυτά συμβαίνουν όταν βάζεις έναν μαλάκα σε υπουργείο
εγώ προτείνω να βάλουμε το υπουργείο στον κώλο του
μέχρι να αποδεχτεί ότι καβλώνει με αυτό
τότε μπορούμε να τον καταδικάσουμε στην πυρά
αναβιώνοντας τις πρακτικές του μεσαίωνα
που τόσο έντονα φαίνεται να ασπάζεται

δεν ξέρω αν το να βγάζεις κάβλες
είναι τόσο απλό και ασήμαντο
όσο το να πιεις ένα ποτήρι νερό
συχνά ξεχνάω να το κάνω πάντως
μέχρι που λιποθυμάω από αφυδάτωση
και σωριάζομαι στην μέση του δρόμου
φωνάζω ξανά την πυροσβεστική
αλλά παίρνω πάλι τα αρχίδια μου
οπότε αρκούμαι στο να με γλείφουν αδέσποτα
μέχρι να ενυδατωθώ και να συνεχίσω τον δρόμο μου

δεν ζηλεύω τα ζευγαράκια
που περπατάνε χεράκι-χεράκι
χαζογελώντας
λες και ο κόσμος δεν είναι αρκετά σιχαμερός από μόνος του
αλλά τα σκυλιά που γαμιούνται
όπου βρουν
κι ύστερα ξαπλώνουν με τις ώρες στον ήλιο
πολύ φοβάμαι ότι μιλάει πάλι η χίπισσα που κρύβω μέσα μου
και θα αναγκαστώ να φοράω πάλι μαύρα για το επόμενο εξάμηνο
για να την σκοτώσω
πάντως κάτι μου λέει πως αν υπάρχει ευτυχία
τα σκυλιά την έχουν βρει
κι ας τα τυφλώνει η σοκολάτα


κινδυνεύω να ακουστώ πεζή
αλλά είναι που (με) βαρέθηκα
να ξερνάω πεταλούδες
κάθε φορά που σε σκέφτομαι
και πίστεψε με
συμβαίνει συχνά
τόσο συχνά που αν ήμουν ταλαντωτής
με μηδενικές απώλειες ενέργειας
το πλάτος της εξαναγκασμένης θα έτεινε στο άπειρο
από την άλλη εσύ
προσεγγίζεις απειλητικά την ιδιοσυχνότητα μου
μέχρι που επιτέλους ερχόμαστε σε συντονισμό
και μπαμ και μπουμ